Συμμετέχει, μελετά, αρθρογραφεί, ταξιδεύει, ενημερώνεται με στόχο να προσφέρει όσο μπορεί στην αναβάθμιση του τοπίου που μας περιβάλλει.

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

ΤΑΤΟΙ...

Oι ιστορικοί κήποι και τα πάρκα σε πολλές χώρες έχουν αναπλαστεί και αποτελούν χώρους αναψυχής και τουριστικούς προορισμούς. Τα θερινά ανάκτορα των βασιλιάδων και οι κήποι τους έχουν ενταχθεί μέσα στον αστικό ιστό των πόλεων ή λειτουργούν σαν περιαστικά πάρκα. Η ανακατασκευή τους βασίζεται στα παλιά σχέδια όταν υπάρχουν, που οι ειδικοί γεωπόνοι, αρχιτέκτονες τοπίου εφαρμόζουν πιστά.
Στους τουριστικούς οδηγούς των μεγάλων ευρωπαικών πόλεων πάρκα σαν το Σανσουσί, το Σαρλότενμπουργκ, το Τσαριτσίνο αποτελούν προορισμούς που καθημερινά τα επισκέπτονται εκατοντάδες άνθρωποι.
Οι Έλληνες μπορεί  να μην δείχνουν το ίδιο ενδιαφέρον με τους υπόλοιπους  ευρωπαίους για την ζωή των βασιλιάδων τους, αλλά οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι είναι ένα κομμάτι της ιστορίας μας.

Τα θερινά ανάκτορα της βασιλικής οικογένειας στην Αττική, βρίσκονται στο Τατόι, μόλις 15 χιλιόμετρα βόρεια της Αθήνας. Το κτήμα πρόεκυψε μετά την συνένωση  τριών οθωμανικών  τσιφλικιών το Τατόι, τα Μπαχούνια και το Λιόπεσι το 1835. Λίγα χρόνια αργότερα το 1872, το αγοράζει ο Γεώργιος Α' με σκοπό πέρα από την αναψυχή, να δημιουργήσει ένα πρότυπο κέντρο εκσυγχρονισμού της ελληνικής γεωργίας, κτηνοτροφίας και δασικής παραγωγής, που εκείνη την εποχή βρισκόταν πολύ πίσω σε σχέση με την Ευρώπη. Kυρίαρχο ρόλο για τον Γεώργιο Α΄  έχει το δάσος και δευτερεύοντα τα οικοδομήματα, για αυτό και αναθέτει την οργάνωση της διαχείρισής του κτήματος και την ανάπτυξη της υποδομής του στον Λουδοβίκο Μύντερ (1873-1892, Δανός δασολόγος και φιλέλληνας), ο οποίος προσπάθησε να ενισχύσει τη φυσικότητα του τοπίου με την εναλλαγή δασικών εκτάσεων φυλλοβόλων και αειθαλών, με περιοχές χαμηλής βλάστησης, θαμνότοπους, ρεματιές. Παράλληλα κατασκεύασε έργα αντιστήριξης, πέτρινα γεφύρια, έκανε επιχωματώσεις όπου χρειάστηκε και έφτιαξε ξερολιθιές για να κρατήσει τα εδάφη.
Τα είδη των φυτών που επικρατούν είναι πολλά και είναι φυτά της τοπικής χλωρίδας, χαλέπιος πεύκη, βελανιδιές, αριές, κυπαρίσσια, λεύκες, φτελιές, γκορτσιές, συκιές, πλατάνια, κουτσουπιές, κέδροι, κουμαριές, σκίνα, πουρνάρια, γλιστροκουμαριές, κράταγοι, ασφόδελοι, κίστοι, ………
Ενα υπέροχο δάσος,  στο οποίο μπορεί να συναντήσεις  ελάφια, αλεπούδες,  σκατζόχοιρους, χελώνες, κουνάβια, λαγούς, πουλιά και πολλά άλλα  είδη της Πάρνηθας.
Το πρώτο σπίτι που κτίστηκε  το 1874 ήταν ένα απλό διώροφο σπίτι ελληνοελβετικού ρυθμού, που δεν κατασκευάστηκε  ως ανάκτορο αλλά ως βασιλικός ξενώνας, χρήση για την οποία ουδέποτε διατέθηκε. Πάνω από το ήδη χαραγμένο περιβόλι, για το οποίο επελέγησαν φυτά από ολόκληρη τη Μεσόγειο, άρχισε να οικοδομείται από τον αρχιτέκτονα Σάββα Μπούκη, το 1884, το καθ' αυτό ανάκτορο, μιμούμενο μια έπαυλη του συγκροτήματος των ανακτόρων του Πέτερχοφ, στην Αγία Πετρούπολη.
Το νέο σπίτι κατοικήθηκε  από τον Γεώργιο το 1889, αμέσως δηλαδή μετά τον γάμο του Διαδόχου Κωνσταντίνου, στον οποίον αφέθηκε η χρήση του παλιού σπιτιού. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα το Τατόι έχει αποκτήσει δύο ναούς -Προφήτη Ηλία (1873) και Αναστάσεως (1899)- ένα υπασπιστήριο, δυο τρεις οικίες για αυλικούς υπηρεσίας, ένα τηλεγραφείο, την κατοικία του διευθυντή, τρία συγκροτήματα εργατόσπιτων, ένα οινοποιείο, ένα βουτυροκομείο, τρεις στάβλους, αποθήκες, εργαστήρια και καταλύματα για τη Φρουρά. O παλιός ανεμόμυλος μετετράπηκε σε πύργο, μέσα στον οποίο διαρρυθμίσθηκε ένα αρχαιολογικό μουσείο με τα ευρήματα των μικροανασκαφών στην περιοχή.
Το Τατόι είχε επίσης αποκτήσει 400 χιλιόμετρα οδικού δικτύου/αλεών, γέφυρες, άρτιο σύστημα υδροδότησης και πυρασφάλειας, καθώς και δύο μικρές τεχνητές λίμνες, τη Χήνα και την Κιθάρα.
Η μεγάλη πυρκαγιά του 1916 σηματοδοτεί το τέλος της χρυσής εποχής. Καίγεται το μεγαλύτερο μέρος του δάσους, καίγονται οι ανακτορικοί στάβλοι, ο ναός του Προφήτη Ηλία, το μουσείο, το παλιό ανάκτορο.
Η ταραγμένη πολιτικά περίοδος που ακολουθεί δεν επιτρέπει την άμεση ανασυγκρότηση. Αυτή θα πραγματοποιηθεί στα χρόνια του νέου διευθυντή Βασιλείου Δρούβα (1925-1961), όπου κτίζεται το συγκρότημα κατοικιών και εργαστηρίων, γνωστό ως μάνδρα, όπως επίσης και ο σταθμός χωροφυλακής.
Ακολουθούν τα δύσκολα χρόνια της κατοχής, όπου ο Δρούβας ακροβατεί ανάμεσα στον κατακτητή και το αντάρτικο της Πάρνηθας για να σώσει το κτήμα. Το καλοκαίρι του 1945 το κτήμα καίγεται ξανά. Τα κίνητρα ήσαν σαφώς πολιτικά.
Eτσι το Τατόι ξεκίνησε το 1946 και πάλι από το σημείο μηδέν. Για να αντισταθμίσει την απώλεια εσόδων από την καταστροφή του δάσους, ο Δρούβας θα δώσει έμφαση στην παραγωγή κρασιού και στα γαλακτοκομικά προϊόντα. Στα 1952 κτίζεται το κομψό νέο βουστάσιο, τα προϊόντα του οποίου, όπως εν γένει τα προϊόντα του κτήματος, διατίθενται προς πώλησιν σε ξενοδοχεία, νοσοκομεία, ιδρύματα και στρατόπεδα. Από το τέλος του 1948 εγκαθίσταται στην έπαυλη μονίμως η βασιλική οικογένεια, που θα την κατοικήσει αδιαλείπτως ώς το πρωί του αντικινήματος κατά της χούντας, στις 13 Δεκεμβρίου 1967.
Γύρω από το ανάκτορο μικρά δείγματα καλλωπιστικού πρασίνου δηλώνουν ότι κάποτε στο κτήριο αυτό υπήρχε ζωή μια τσιντόνια, μια γλυσίνια που έχει αναρριχηθεί πάνω στους τοίχους λίγα χορταριασμένα φυτοδοχεία.
  
Είναι ανάγκη να μελετηθεί συνολικά η προστασία, η αποκατάσταση και η διαχείριση του κτήματος και όχι αποσπασματικά. Στόχοι της μελέτης θα πρέπει να  είναι  πρώτα από όλα η προστασία του  κτήματος από κινδύνους, (πυροπροστασία, προστασία από φυσικές καταστροφές), η διαχείριση της βλάστησης, του εδάφους,  του νερού  και αναψυχής, η ανάπλαση, η αποκατάσταση των κτηρίων και του περιβάλλοντος χώρου, η ανάδειξη της ιστορικότητας του κτήματος, η αναβάθμιση των δυνατοτήτων λειτουργίας και χρήσης του χώρου και τέλος η βιωσιμότητα του μοντέλου διαχείρισης.
Καθημερινά αλλά πολύ περισσότερο τα Σαββατοκύριακα πεζοπόροι, ποδηλάτες, απολαμβάνουν τη σκιά των αιωνόβιων κυπαρισσιών, ξεκουράζονται στις αλέες με τις αριές, παιδιά απολαμβάνουν το παιχνίδι στα μεγάλα ξέφωτα του δάσους.
Το Τατόι είναι κομμάτι της ιστορικής και πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Τα κτήριά του αποτελούν δείγματα της αρχιτεκτονικής της εποχής, αποτελούν  μάρτυρες της δεξιοτεχνίας των Ελλήνων μαστόρων, τα βοηθητικά κτήρια καταγράφουν τις ανάγκες και τις τότε τεχνικές  (βουτυροκομείο, οινοποιείο). Όλα μαζί τα μονοπάτια , το δάσος, τα λιθόστρωτα,  οι εγκαταστάσεις αποτυπώνουν λαογραφικά, εθιμοτυπικά, αγροτικά,  στοιχεία της ζωής όχι μόνο της βασιλικής οικογένειας αλλά και των προγόνων μας.


















βιβλιογραφία wikipedia
κειμενο φωτο
Κατσογιάννη Σταυρούλα