Συμμετέχει, μελετά, αρθρογραφεί, ταξιδεύει, ενημερώνεται με στόχο να προσφέρει όσο μπορεί στην αναβάθμιση του τοπίου που μας περιβάλλει.

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

ΑΤΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΚΑΙ ΠΡΑΣΙΝΟ

  
ΑΤΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΚΑΙ ΠΡΑΣΙΝΟ (του Αντώνη Β. Καπετάνιου)
Οι αρχαιολόγοι, με πρώτον τον Κωνσταντίνο Κοντόπουλο, έθιξαν το έτος 1885 το ζήτημα της προστασίας του αττικού τοπίου, που είχε σχέση με τη διαφύλαξη της ακεραιότητας των λόφων του λεκανοπεδίου. Βέβαια, η άποψη ως προς την προστασία τούτων, παρουσιάζει την εξής διττή εκδοχή: προστασία νοείται η de facto και χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις διατήρηση της μορφής και των περιγραμμάτων των λόφων που συγκροτούν και συνθέτουν το λεγόμενο αττικό τοπίο, στα πλαίσια του οφειλόμενου σεβασμού στο ιστορικό παρελθόν, ή η αποκατάσταση αυτών (π.χ., με φυτεύσεις) για την ανάδειξη του αττικού τοπίου, αποτελεί την ουσιαστική πράξη οφειλής;
        Ο Δ. Πικιώνης, για παράδειγμα, ο οποίος –παρά τα λόγια του τούτα–, αργότερα φρόντισε ώστε να φυτευτούν οι υπώρειες του βράχου της Ακρόπολης και να συμπληρωθούν οι αναδασώσεις στους λόφους που τον περιβάλλουν, είχε εκφράσει το έτος 1946 την παρακάτω άποψη: «…Διότι εις την χώραν της διαυγείας, το παν ευρίσκεται εις φανεράν ανταπόκρισιν προς τα άλλα και τα μακράν κείμενα. Δεν είναι λ.χ. αδιάφορον διά την Ακρόπολιν τι θα κτισθεί επί του Λυκαβηττού. Η δενδροφύτευσις του τελευταίου φαίνεται, διά τους από του Σαρωνικού θεωμένους το λεκανοπέδιον, ως μελανόν στίγμα όπισθεν της Ακροπόλεως, το οποίον καταστρέφει την λοιπήν αρμονίαν του τοπίου…» («Εισήγησις της Αισθητικής Επιτροπής της Γενικής Γραμματείας Τουρισμού επί των αρχών επί των οποίων πρέπει να βασισθούν τα νομοθετικά μέτρα προασπίσεως της Αισθητικής της Χώρας εις τας τουριστικάς ζώνας», Αθήνα 1946).        Κατά πρώτον, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι –κατά το μάλλον ή ήττον– οι λόφοι του λεκανοπεδίου, έφεραν κάποτε βλάστηση (τούτο καταδεικνύεται από ιστορικές πηγές). Η συνύφανση, συνεπώς, της λιτότητας του αττικού τοπίου με τη γυμνότητα των λόφων του, δε θα πρέπει να υποστηρίζεται απόλυτα, όταν μάλιστα η βλάστηση των κωνοφόρων (πεύκο ή κυπαρίσσι), καθώς και των αειφύλλων πλατυφύλλων, με την απέριττη παρουσία τους, δεν αποκλείει τη λιτότητα τούτη –θα υποστηρίζαμε μάλιστα ότι αποτελεί στοιχείο που την αναδεικνύει. Η συνάρτηση της λιτότητας του αττικού τοπίου με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, μοιραία συσχετίστηκε με τις γενόμενες ανατροπές, τις οποίες οι άνθρωποι –οι ίδιοι που δημιούργησαν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, οι πρόγονοί τους και οι επίγονοι– διαμόρφωσαν.
        Προς τι, λοιπόν, ο πόλεμος στο πράσινο; Έβλαψε δηλαδή η μεσογειακού τύπου βλάστηση που εγκατέστησε ο Πικιώνης στην Ακρόπολη; Έβλαψε το πευκοδάσος που περιέκλεισε το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου; [«Η Επίδαυρος ήταν δάσος, από το οποίο απομένουν ελάχιστοι θάμνοι», ήταν η μαρτυρία του Γάλλου λογοτέχνη και ιστορικού Αντρέ Μπωνιέ κατά την επίσκεψή του στην Επίδαυρο στις αρχές του 20ου αιώνα (Μπωνιέ Αντρέ, «Το χαμόγελο της Αθηνάς», έκδοση του Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου Αθηναίων, Αθήνα, αχρονολόγητο)].
          Έβλαψε ο θαυμαστός κήπος που πλαισίωσε τις Στήλες του Ολυμπίου Διός; Έβλαψε το λιτό πράσινο που αναπτύχθηκε στους βράχους του Φιλοπάππου, του Ιππείου Κολωνού κ.ά.; Υπογραμμίζουμε τη μεγάλη προσπάθεια που διήγαγε στις αρχές του 20ου αιώνα ο Δήμος Αθηναίων, επί δημαρχίας Σπ. Μερκούρη, για την ανάπτυξη πρασίνου σε όλους τους αρχαιολογικούς χώρους της πρωτεύουσας…
          Η άποψη που διατυπώθηκε από τη βασίλισσα Αμαλία, η οποία όταν αντίκρισε τους γυμνούς λόφους του λεκανοπεδίου είχε πει: «…η γυμνότης δεν βλάπτει το σχήμα των λόφων», διαμόρφωσε μιαν ολόκληρη φιλοσοφία, που λειτούργησε ως «στεγανό», γύρω από το θέμα αυτό (η Αμαλία ήταν η πρώτη που έθεσε το ζήτημα κατ’ αυτό τον απόλυτο τρόπο. αργότερα, νεωτεριστικές απόψεις ενίσχυσαν την αρχική κείνη άποψη [ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης υποστήριζε το έτος 1966 πως είναι θέαμα τραγικό και απαράδεκτο να φυτεύονται και να πλαισιώνονται οι αρχαιολογικοί χώροι με δένδρα, διότι το δάσος της Ελλάδας είναι ο γυμνός ελληνικός βράχος!]) Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι οι τότε βασιλείς, φαίνεται να είχαν μιαν περίεργη (sic) άποψη για το πράσινο.

        Όπου αυτό τους εξυπηρετούσε και το ήθελαν, το βοηθούσαν και πρωτοστατούσαν στη δημιουργία του, ξοδεύοντας μάλιστα τεράστια ποσά για τη διαμόρφωση και την προαγωγή του (βλέπε τον Εθνικό Κήπο, το Κτήμα της Βασιλίσσης, τις δενδροφυτεύσεις των οδών κ.ά.) Όπου, όμως, αυτό επιζητούνταν από το λαό, εκφραζόταν απόψεις όπως η προηγούμενη της Αμαλίας. Σε σχέση με αυτή την υποκριτική συμπεριφορά των βασιλέων, αρκεί ν’ αναφερθεί ότι κατά τον αρχικό σχεδιασμό του βασιλικού κήπου προβλέφτηκε η δημιουργία ενός κήπου περίπου 20 στρεμμάτων που θ’ ανήκε στ’ ανάκτορα, καθώς και η δημιουργία, σε συνεχεία αυτού, ενός μεγάλου δημοσίου κήπου που θα ανήκε στο λαό. Οι βασιλείς, όμως, σκέφτηκαν ότι «τους έπεφταν λίγα» τα 20 στρέμματα του ανακτορικού κήπου και δημιούργησαν έναν τεράστιο βασιλικό κήπο, αυστηρά δικό τους, ενώ –τι υπεροπτική συμπεριφορά!- στο λαό έδωσαν το έτος 1846 τον κήπο της πλατείας Συντάγματος!!! 
        Η υστερία κατά του πρασίνου ξεκίνησε νωρίς, με το φύτεμα του βασιλικού κήπου. Οι απλοί Αθηναίοι δεν τον συμπαθούσαν, διότι τα έξοδα για τη δημιουργία του ήταν μεγάλα και δυσβάσταχτα για το νεοσύστατο φτωχό ελληνικό κράτος και κατ’ επέκτασιν για τη δική τους τσέπη. Δεν είχαν, δε, και πρόσβαση σε αυτόν, δεν τον απολάμβαναν. Γιατί λοιπόν να τον συμπαθήσουν; Την αντιπάθειά τους ενίσχυαν οι απόψεις επιφανών περιηγητών, όπως π.χ. του Θεόφιλου Γκωτιέ, ο οποίος φέρεται να προσεβλήθη διότι φυτεύτηκαν πρασινάδες σ’ ένα τόσο γραφικό σημείο της πόλης (εκεί όπου αναπτύχθηκε ο βασιλικός κήπος), χαλνώντας τα τόσο ωραία βράχια!..
        Ομοίως, ο Εντμόντ Αμπού σημείωνε για τον Βασιλικό Κήπο: «Δίχως αμφιβολία, θα ήταν ίσως καλύτερα να αφήνονταν το πεδίο όπως ήταν, γυμνό και ακαλλιέργητο, καμένο και γεμάτο εδώ και κει από μερικά άγρια φυτά». Ο δε αρχαιολάτρης λογοτέχνης Περικλής Γιαννόπουλος, αφαιρούσε κρυφά τη βλάστηση που είχε φυτευθεί επί και πέριξ των τειχών της Ακρόπολης, για να μη θιχτούν –όπως έλεγε– τ’ αρχαία μνημεία! 
        Η ιστορική και η αισθητική διάσταση που προσδίδεται από τους εκφραστές των παραπάνω απόψεων στο αττικό τοπίο, με τη γυμνότητα που το χαρακτηρίζει, θεωρείται ως λόγος ικανός για τη διατήρησή του ως τέτοιο (δηλαδή γυμνό) και την εξ αυτού του λόγου απόρριψη του πρασίνου. Η σημασία του πρασίνου όμως, και ο σημαντικός ρόλος που επιτελεί, θεωρούνται πράματα δεδομένα, αυτονόητα κι αυταπόδεικτα και δεν απαιτείται –πιστεύω– να επιχειρηματολογήσει κανείς για να γίνουν αποδείξιμα ή κατανοητά.
        Εν προκειμένω, από τους υποστηρικτές της παραπάνω άποψης, θεωρείται ότι ο ειδικός ρόλος του πρασίνου, δε θα πρέπει να επιτελεσθεί στο «τοπίο των βράχων». 

Φωτό:Wikipedia
          Διαφορετική ήταν η αντίληψη σε σχέση με τα παραπάνω των συντακτών του πρώτου σχεδίου της πόλης των Αθηνών, Κλεάνθη και Σάουμπερτ, η οποία διατυπώνεται στο μνημόνιο που υπέβαλλαν προς την Αντιβασιλεία.
          Ανέφεραν χαρακτηριστικά: «Η νότια πλευρά της πόλης θα χρησίμευε –αφού φυτευόταν μετά το τέλος των ανασκαφών με δένδρα και διαμορφωνόταν με αλέες γύρω από το βράχο- σαν περίπατος. Για τον περίπατο γύρω από το κάστρο θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν δένδρα, που ν’ αντέχουν και χωρίς νερό, έτσι ώστε οι ωραίοι βράχοι της Ακρόπολης να προβάλλουν στεφανωμένοι από πράσινο…»

        Ο Βαυαρός αρχαιολόγος Λουδοβίκος Ρος, έδωσε μιαν άλλη διάσταση: την αισθητική συνύπαρξη μνημείου-πρασίνου. Υποστήριζε: «Κάθε Φθινόπωρο θα φυτεύονταν με δένδρα και θάμνους το ανασκαπτόμενο ως τότε έδαφος ανάμεσα στα αρχαία μνημεία (το προκύπτον από τις ανασκαφές στο χώρο της Ακρόπολης). Τα δένδρα και οι θάμνοι θα φυτεύονταν ομαδικά σε μετρημένες αποστάσεις, έτσι ώστε η αναδημιουργούμενη πόλη ούτε να δείχνει σα μια γυμνή επιφάνεια, ούτε να μετατραπεί σε δάσος. Πάνω στα υψηλότερα φυσικά πλατώματα της Ακρόπολης, κάτω από τα γυμνά της βράχια, από τη σπηλιά του Πάνα έως το θέατρο του Διονύσου, μπορεί να γίνει, με λίγο κόπο, ένα σκιερό πέρασμα. Λαμπρά θα προβάλλουν τότε τα κιτρινόγκριζα βράχια της Ακρόπολης και τα ανοιχτόχρωμα χρυσοκίτρινα τείχη, με τα ακανόνιστα γραφικά πλευρά, από τη σκοτεινόχρωμη βλάστηση. Και από πάνω τους, ψηλά, οι επιβλητικές κολώνες του Παρθενώνα. Τι γοητευτική θέα θα ανοίγεται από τούτο το σύδεντρο για τον διαβάτη! Θέα της αρχαίας και της νέας πόλης στα πόδια του, και πέρα από αυτήν η πλατειά πεδιάδα με τον σκοτεινόχρωμο Ελαιώνα και απόμακρα οι γαλάζιες κορυφές του Κιθερώνα, της Πάρνηθας και της Πεντέλης. Η Αθήνα θα διαθέτει ένα πάρκο, διδαχτικό και αξιοπρόσεκτο ταυτόχρονα, χάρις στα ερείπια της αρχαιότητας, όπως κανένα άλλο, και πλούσιο σε φυσικές καλλονές, όπως λίγα άλλα».

         Η βαρύνουσα –αν κι όχι κυρίαρχη- άποψη για το πράσινο των Αθηνών, συνοψίζονταν στα εξής:«…η δάσωσις των λόφων της πρωτευούσης χαλνά την εικόνα τους, χωρίς να εξυπηρετεί κάποιον ουσιαστικό σκοπό». Η φιλοσοφία αυτή αποτέλεσε τη «σημαία» για τον εξοβελισμό του πρασίνου από τη γη των Αθηνών.
         Οι διώκτες του το κυνήγησαν (πολλές φορές, για την εξυπηρέτηση μικροσυμφερόντων), ως μη συμβατό με τη φυσιογνωμία του αττικού τοπίου!!! Είναι χαρακτηριστικό τούτο, που καταδεικνύει τη σύγχυση των ανθρώπων εκείνων, σ’ ότι αφορά τη θεώρηση του αττικού τοπίου. Ότι, ενώ από τη μια πλευρά ενέτασσαν σε αυτό τη λιτή, π.χ., βλάστηση των πεύκων, από την άλλη την αποκήρυτταν και κατέκριναν την τυχόν μελλοντική εγκατάστασή της στην αττική γη. Αναφέρεται ως παράδειγμα η περίπτωση του λογοτέχνη Κώστα Ουράνη. Αυτός, στα ταξιδιωτικά του κείμενα της δεκαετίας του ’30 (Ουράνη Κ., «Ταξίδια: Ελλάδα», έκδ. «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», εκδοση 6η, Αθήνα 1986), εντάσσει στο αττικό τοπίο το πεύκο. Λέγει: «Ένα χώμα κοκκινωπό, πιο πέρα μερικά σπίτια που τα κεραμίδια τους ξεχωρίζουν ανάμεσα από πεύκα. Στο βάθος, γαλαζόμαυρη, με τ’ άσπρα τραύματα των λατομείων στους κόλπους της, η Πεντέλη, κι επάνω, ένας ουρανός γαλανός, φωτεινός κι απέραντος…»

         Σε άλλο σημείο των κειμένων του όμως, δεν αποδέχεται (με λόγο, ομολογουμένως, διαποτισμένο από την ανόητη έπαρση του διανοητή) την αναδάσωση του Υμηττού: «…Η αττική όμως φύση δεν έχει τίποτα το αισθηματικό –κι ακόμα λιγότερο το γραφικό. Είναι λιτή, τόσο λιτή, που στα μάτια των κοινών ανθρώπων φαίνεται γυμνή και φτωχή. Παράδειγμα η Αθηναία εκείνη κυρία, που ακούγοντας τον Μωρεάς να εξυμνεί την ομορφιά του Υμηττού, του παρατήρησε πως θα ήταν “πολύ ωραιότερος” αν τον αναδάσωναν. Ο Μωρεάς συγχύσθηκε από αυτή την παρατήρηση και της απάντησε με περιφρονητική ειρωνεία: 
Το ίδιο μου είχε πει κι ένας γνωστός μου ζυθοπώλης στο Παρίσι.  Η καημένη η κυρία δεν άξιζε τόση αγανάκτηση. Η ομορφιά του αττικού τοπίου της ξέφευγε. Για να μπορέσει να τη νιώσει, της χρειαζόταν μια πνευματική προπαρασκευή, που της έλειπε…» 
      Επί τούτου, όμως, δε θα πούμε περισσότερα. Τα όποια επιχειρήματα περιττεύουν μπρος στη σοφή συμβουλή του Γρηγορίου Ξενόπουλου (διατυπώθηκε το έτος 1914): «Υπάρχουν τώρα και μερικοί που νομίζουν ότι η Ελλάς πρέπει να διατηρήσει τη γυμνότητά της, το φαιόν εκείνο ή υποκίτρινον χρώμα της, που το ευρίσκουν ωραίον και χαρακτηριστικόν. Μη τους ακούτε! Οι άλλοι που έχουν την ιδέαν, ότι πρέπει να πρασινίσει, έχουν και το μεγαλύτερο δίκιο…» 

       Αρκετά νωρίτερα, το έτος 1830, ένας περιηγητής, ο βαρώνος Ωβ, είχε εκφράσει περίπου την ίδια με τον Ξενόπουλο άποψη. «Το πιο αναγκαίο απ’ όλα θα ήταν ν’ ανοίξουν πηγάδια οι Αθηναίοι και να φυτέψουν εκατομμύρια δένδρα…», υποστήριζε. Αλλά και ο Άγγλος ευγενής Έντουαρντ Νόελ το 1831, είχε κατά τον ίδιο τρόπο τοποθετεί: «Είμαι πολύ ικανοποιημένος με την Αθήνα, οφείλω να το παραδεχτώ, όμως αν είχε λίγο περισσότερο πράσινο, θα ήταν πραγματικά όμορφη. Δένδρα, δένδρα χρειάζονται παντού, και φοβάμαι ότι θα πάρει πολύ καιρό μέχρι να το δούμε…»
      Στα τέλη του 19ου αιώνα, λοιπόν, και στις αρχές του 20ου, ξεκίνησε η μεγάλη προσπάθεια για να πρασινίσει η γυμνή Αθήνα –όπου ήταν δυνατό και το μπορούσε. Με σεβασμό στην ιστορία, στο χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία της. Όμως, αλλοίμονο!, στο τέλος η μεγαλειώδης κείνη προσπάθεια απαξιώθηκε και κατέπεσε. Όχι διότι η αττική γη δεν επιδεχόταν την αναμόρφωση, αλλά διότι ο κάτοικός της δε μπορούσε να συμπορεύεται με το πράσινο! Δε στέριωσε το πράσινο στην αδικημένη αττική γη. Οι ορδές των νεοελλήνων, όχι μόνο δε συνέχισαν την άξια προσπάθεια των προγόνων, αλλά, σε πολλές περιπτώσεις κατέστρεψαν ότι με κόπο δημιουργήθηκε, καλύπτοντας τη γη αυτή με το μπετόν και την άσφαλτο του πολιτισμού τους.
       Δέστε όμως, από τη ματιά του μυθιστοριογράφου πώς αντιλαμβανόταν ο Αθηναίος αστός του 19ου αιώνα την προσφορά του δένδρου της πόλης, και πως εκφραζόταν η επιθυμία του για το πράσινο αυτής (τότε, που στις προτεραιότητες του νου και της καρδιάς, είχαν θέση τ’ απλά κι ονειρικά πράματα…), και συγκρίνετε κείνο το συναίσθημα με το αντίστοιχο του σημερινού αστού: «Η οδός Σταδίου ήτο εν τη ακμή της τύρβης ήτις την χαρακτηρίζει. Το δεξιόν πεζοδρόμιον κατάμεστον περιπατητών πηγαινοερχομένων. Ημέρα λιακάδας από τας σπανιοτέρας χειμερινάς. Αι μικραί ακακίαι επρασίνιζον δυνατά εκατέρωθεν των πεζοδρομίων. Ο Σβούρας έρριψεν εν βλέμμα επί της δεξιάς πλευράς των δένδρων, καθώς ανήρχετο, και είπε με το νου του πότε θα μεγαλώσουν, να καλλυνθή, να ευτρεπισθή η περίκομψος λεωφόρος, η τόσο αγαπητή εις τους Αθηναίους» (από το μυθιστόρημα του Γεράσιμου Βώκου «Ο κύριος Πρόεδρος», Αθήνα 1893, επανέκδοση από τις εκδόσεις «Σοκόλη», Αθήνα 2004).  
     Ο πάντα επίκαιρος μα και καυστικός λόγος του Εμμανουήλ Ροΐδη, ο αναφερόμενος στη σκαιά αντιμετώπιση της ελληνικής (και δη της αττικής) φύσης από τον Έλληνα πολίτη, ας αποτελέσει τον επίλογο τούτου του δοκιμίου: «…Πολύ τεχνοκρίται κατηγόρησαν τους αρχαίους ως ανίκανους να αισθανθώσι και να υμνήσωσι τα θέλγητρα της φύσεως, όπως οι σήμερον ρομαντικοί. Την μομφήν ταύτην δύναται να εύρη άδικον ο αναγιγνώσκων τον Οιδίποδα επί Κολωνώ ή τον Ιππόλυτον Στεφανηφόρον, όχι όμως και ο αποβλέπων εις την παρά των απογόνων αυτών ανοχήν της καταστροφής των δασών και της μεταποιήσεως εις άσβεστον των γραφικοτάτων λόφων των Αθηνών»(Ροίδη Δ. Εμ., «Αι εξοχαί των Αθηνών», Αθήνα 1896).

Αντώνης Β. Καπετάνιος,
Δασολόγος-Περιβαλλοντολόγος
(από το βιβλίο του «Αθήνα, ζεις;», εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 2006)

πηγή http://www.solon.org.gr/index.php/politismos-oikologia-anthropologia/91---a-/1277-attiko-topio.html